Όταν είμαι λυπημένη και άκεφη (ή έστω έτσι φαντάζομαι) δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να με κάνει να ξεχαστώ καλύτερα από μία (ή και περισσότερες) παλιές, κλασικές χολιγουντιανές ταινίες (εκτός από έναν καλό φίλο ή μια καλή φίλη- φυσικά).
Χτες λοιπόν ήταν μια τέτοια μελαγχολική Κυριακή (νομίζω ότι και μόνο που είμαι στην Αθήνα τέλος Ιουλίου είναι αρκετό για να πέσω σε κατάθλιψη…) και είδα δύο κωμωδίες που γυρίστηκαν το 1933 και το 1934, διαφορετικές μεταξύ τους αλλά εξίσου απολαυστικές, εάν κάποιος φυσικά μπορεί να ξεπεράσει τις συμβάσεις της χολιγουντιανής μυθοπλασίας ή μάλλον εάν τις αντιληφθεί ως ένα ακόμα στοιχείο που κάνει αυτές τις ταινίες αριστουργηματικές…
Ένας λόγος που θέλω να γράψω για τόσο παλιές αμερικανικές ταινίες είναι ο γενικότερος σνομπισμός ακόμη και “ψαγμένων” σινεφίλ, εξαιτίας τόσο του αποκλειστικά σχεδόν εμπορικού προσανατολισμού των ταινιών αυτών, όσο και της απουσίας καλλιτεχνικών (αλλά όχι και τεχνικών ή τεχνολογικών) καινοτομιών και πειραματισμών. Δεν μπορούν να δουν πιστεύω τις αρετές της κλασικής χολιγουντιανής αφήγησης και κινηματογράφησης, της δημιουργίας μέσα στο συστήμα των studio. Επιφυλάσσομαι να αφιερώσω ένα ξεχωριστό post στο θέμα studio system, με αναφορά και σε σχετική βιβλιογραφία. Συμπτωματικά και οι δύο ταινίες που είδα χθες ήταν της MGM.
Dinner at 8 (σκην. George Cukor- 1933)

Mια ταινία σε σκηνοθεσία του μάστορα Cukor σίγουρα ποτέ δεν απογοητεύει και πάντοτε είναι απολαυστική στην παρακολούθησή της. Πόσο μάλλον όταν στο σενάριο έχει συνεργαστεί ο κορυφαίος Ηerman J. Mankiewicz (Citizen Kane- δε χρειάζεται πιστεύω να γράψω κάτι παραπάνω). Το ενδιαφέρον της κωμωδίας του Cukor, εκτός από το κλασικά ετερόκλητο ensemble χαρακτήρων (η πρώην μεγάλη σταρ του θεάτρου, ο ξεπεσμένος αλκοολικός ηθοποιός του βωβού που βρίσκεται επίσης στα αζήτητα, η “καλή” οικογένεια της Νέας Υόρκης, ο χοντρόπετσος και ανήθικος νεόπλουτος από τα δυτικά, που εκμεταλλεύεται το μεγάλο κραχ, η ξανθιά “καμπαρετζού”, αυθάδης, προκλητική και κατά πολύ νεότερη σύζυγός του κ.α. – ακόμη και οι χαρακτήρες των υπηρετών αν και καρικατούρες μένουν στη μνήμη του θεατή) είναι η μείξη της κωμωδίας καταστάσεων με τα μελοδραματικά στοιχεία και τον έστω και επιφανειακό κοινωνικό προβληματισμό. Το μεγάλο κραχ (The Great Depression) είναι διαρκώς παρόν, όχι μόνο σαν χρονικός προσδιορισμός της αφήγησης αλλά και σαν κοινωνική κατάσταση, η οποία έχει επηρεάσει όλα τα κοινωνικά στρώματα, ακόμα και την παλιά καλή οικογένεια της ιστορίας, που φτάνει στο χείλος του γκρεμού αν και φυσικά στο τέλος όλα τακτοποιούνται δια μαγείας και όλοι ή έστω σχεδόν όλοι μένουν ευχαριστημένοι. Δεν λέω βέβαια ότι η ταινία ασκεί και δριμεία κοινωνική κριτική….αλλά τέτοιου είδους προβληματισμοί περί ηθικής και δικαιοσύνης συναντώνται σε πολλές ταινίες της εποχής ( ο Φρανκ Κάπρα είναι ο κατεξοχήν σκηνοθέτης που αναζητά τα αμερικανικά ιδανικά στο έργο του) πολύ συχνά έχοντας ως αντιπαράδειγμα τον αμοραλισμό των λειτουργών του τύπου (να μία ακόμη ενδιαφέρουσα ιδέα για μελλοντικό post – οι αναπαραστάσεις των δημοσιογράφων στο κλασικό σινεμά του ’30-’40).
Ενα άλλο θέμα που θίγεται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι η αδηφάγα φύση και το εφήμερο της βιομηχανίας του θεάματος/ σταρ σίστεμ. Οι ηθοποιοί γερνούν και περνούν στα αζήτητα τόσο στο σινεμά, όσο και στο θέατρο και το vaudeville, ενώ η ματαιοδοξία και ο εγωκεντρισμός τους δεν τους επιτρέπουν να το αντιληφθούν αυτό, πολλές φορές με ολέθριες συνέπειες.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του φιλμ για μένα ήταν πάντως ότι πρόκειται για μία ταινία που έχει γυριστεί πριν την επιβολή του “Κώδικα Χέιζ” (του Κώδικα Ηθικής) στα studio.
Έτσι συναντούμε ακόμη στην ταινία καταστάσεις όπως οι ολοκληρωμένες εξωσυζυγικές και προγαμιαίες σχέσεις χωρίς οι “ανήθικοι” χαρακτήρες να τιμωρούνται. Oι ερωτικές συμπεριφορές που απεικονίζονται στο Dinner at 8 θα θεωρούνται πλέον κατακριτέες και συχνά θα λογοκρίνονται από το 1934 και μετά. Παρότι ο κώδικας υπήρχε από το 1930, λόγω της πλημμελούς εφαρμογής του η περίοδος 1930-1934 λέγεται pre-Code Hollywood . Φυσικά δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί σύμβολο και σταρ της περιόδου αυτής η προκλητική ξανθιά Gene Harlow, που εδώ παίζει το ρόλο της νεαρής, προκλητικής, αμφιβόλoυ καταγωγής Κitty Packard που διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με τον γιατρό της. Αυτονόητα για μια σημερινή γυναίκα ο χαρακτήρας της Harlow είναι όχι μόνο εξοργιστικός αλλά και διόλου πιστευτός και οι μανιερισμοί στην εκφορά του λόγου κάπως εκνευριστικοί, αλλά όπως ξανάειπα πρέπει να βλέπουμε την ταινία μέσα στο πλαίσιο που δημιουργήθηκε- τότε τα “κακά κορίτσια” ήταν οι ναζιάρες ετοιμόλογες ξανθές, συχνά κορίτσια των γκάνγκστερ (κλασική φράση είναι το ganster’s moll- το κορίτσι του γκάνγκστερ- σαν τον ρόλο της Harlow στο Public Enemy του William Wellman- 1931) με τα προκλητικά νεγκλιζέ που χρησιμοποιούσαν κάθε δυνατό μέσο- κυρίως το κορμί τους- για να ξεφύγουν από τη φτώχεια, σε αντιδιαστολή με τις πιο σεμνές κόρες των “καλών οικογενειών”, που συνήθως ήταν και οι βασικές ηρωίδες.
Η ταινία αν και δεν θεωρείται screwball κωμωδία έχει εξίσου πνευματώδεις διαλόγους με ατάκες που πραγματικά μένουν στον θεατή σαν την παρακάτω που εκτοξεύει η υπέροχη Καναδή Marie Dressler στο ρόλο της γηραιάς ντίβας. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γουντιαλλενική avant la lettre:
” Τhat’s the unfortunate thing about death. It’s so terribly final”
The Thin Man (σκην. W.S. Van Dyke, 1934)
Ο Woody Van Dyke δεν είναι από τους σκηνοθέτες που το όνομά τους μνημονεύεται συχνά από τους σύγχρονους ιστορικούς και κριτικούς του σινεμά, στη δεκαετία του ’30 όμως βρέθηκε πολύ ψηλά στην προτίμηση της MGM λόγω κυρίως της ταχύτητας του στη διεκπεραίωση των γυρισμάτων αλλά και της δυνατότητάς του να χειρίζεται διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Σκηνοθέτησε, μεταξύ άλλων και το Manhattan Melodrama με τον Clark Gable, που στο πρόσφατο Public Enemies του Μichael Mann φέρεται να είναι η τελευταία ταινία που είδε ο Dillinger, ενώ τον είχαν ήδη καρφώσει στο FBI. To Τhin Man είναι η πρώτη μιας σειράς αστυνομικών κωμωδιών με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι Myrna Loy και William Powell, δύο ηθοποιών που η δημοφιλία τους την εποχή εκείνη είναι αντιστρόφως ανάλογη με την κινηματογραφική αφάνεια στην οποία έχουν περιπέσει σήμερα. Ειδικά η Loy το 1936 ανακηρύχθηκε από τους αμερικανούς Queen of the Movies (με “βασιλιά” τον Clark Gable), ενώ ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει την ταμπέλα της “τέλειας συζύγου” για το ρόλο της στο κλασικό Τhe Best Years of our Lives (1946, William Wyler) . Eπίσης υπήρξε φανατική υποστηρίκτρια των Δημοκρατικών, φεμινίστρια και η πρώτη ηθοποιός πρέσβειρα της UNESCO. To Thin Man δεν είναι μια ταινία που συνιστώ για το σενάριο της, που βρίθει απιθανοτήτων και κενών, για τα σημερινά δεδομένα. Ταυτόχρονα βέβαια είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο, αφού βασίζεται στην τελευταία νουβέλα του Dashiell Hammet. Σε μια ταινία όμως το ζήτημα δεν είναι πάντοτε η αληθοφάνεια της (εδω, όπως λέει και ένας καλός φίλος,….περπατάνε οι νεκροί!) και εν προκειμένω η ταινία εκτός από την ανάλαφρη ατμόσφαιρα και τους έξοχους καρατερίστες σε δεύτερους ρόλους (κακοποιοί, πρώην σύζυγοι, στριφνοί αστυνομικοί επιθεωρητές κ.λπ.) αναδεικνύει την φοβερή χημεία επί της οθόνης του πρωταγωνιστικού ζεύγους Loy και Powell.
Λέγεται ότι το ζεύγος των ηρώων Νick και Νora Charles βασίζεται στον ίδιο τον Hammett και την σύντοφό του Lillian Helman. Επίσης στη νουβέλα ο Nick Charles είναι ελληνικής καταγωγής, κάτι που τουλάχιστον στην πρώτη ταινία της σειράς δεν είναι ορατό.
Δύο πράγματα λάτρεψα στην ταινία. Καταρχήν τον χαρακτήρα της Νora που είναι έξυπνη, δυναμική και χειραφετημένη (βοηθάει βέβαια το ότι είναι αυτή που έχει το χρήμα στο ζευγάρι), αντιμετωπίζεται ως απολύτως ίση από τον Nick και μάλιστα η βοήθειά της του είναι απαραίτητη συνεχώς. Η καρδιά της ταινίας για μένα βρίσκεται στη σχέση αυτή, που συνδυάζει τη συντροφικότητα των δύο (χωρίς παιδιά, μόνο με ένα σκύλο τον Asta που έχει τον ρόλο του στην ταινία) με τη δίψα τους για κραιπάλη, περιπέτεια και είναι διανθισμένη με πολλές αστείες στιγμές. Βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, κοιμούνται σε χωριστά κρεβάτια…
Για να μην κρυβόμαστε, πιο πολύ από όλα απόλαυσα είναι τον αλκοολισμός τη ροπή του πρωταγωνιστικού ζεύγους στην κατανάλωση υπερβολικών ποσοτήτων αλκοόλ σχεδόν σε κάθε σκηνή της ταινίας, ενώ πολλές από τις πιο πετυχημένες ατάκες τις ταινίας σχετίζονται με το ποτό. Όταν ένας ρεπόρτερ ρωτά το Nick “Can’t you tell us anything about the case?” αυτός απαντά “Υes. It’s putting me way behind my drinking”. Οι ταινίες αυτής της εποχης όσο συντηρητικές και σεμνότυφες και αν είναι σε πολλά ζητήματα απέχουν έτη φωτός από τη σημερινά πολιτικά ορθή απεικόνιση του καπνού και του αλκοόλ στον αμερικανικό κινηματογράφο.
Ας μην ξεχνάμε τέλος την σχέση ταινιών σαν κι αυτές, τις αναλάφρες δηλαδή κωμωδίες (μαζί με το μιούζικαλ), πολύ συχνά με ήρωες άτομα που φαίνεται να ζουν στην χλιδή και την ξεγνοιασιά με την ανάγκη της πλειοψηφίας των θεατών για απόδραση από τη σκληρή πραγματικότητα του κραχ. Δεν είναι τυχαίο ότι μεταξύ του τέλους του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το αμερικανικό σινεμά κυριάρχησε και γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του, αφού η βιομηχανία του σινεμά εκμεταλλλεύτηκε στο έπακρο όλες αυτές τις κοινωνικές και οικονομικές συγκυρίες. Δεν νομιζω να υπάρχει κατάλληλότερη λέξη από το αγγλικό escapism. Έλα όμως που φαίνεται και ότι το 2010 τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο, ίσως μόνο τα μέσα που διαλέγουμε για την απόδραση από τη μιζέρια που μας περιβάλλει. Κάποιοι γραφικοί σαν κι εμένα επιμένουν στα παλιά…

